ΔΙΑΣΤΡΕΜΜΑΤΑ - ΕΞΑΡΘΡΗΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ: ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ



Διαστρέμματα

Διάστρεμμα είναι η βίαιη διάταση ή και ρήξη των συνδέσμων και του θυλάκου μίας άρθρωσης. Η απλή διάταση των συνδέσμων χαρακτηρίζεται από σχετικά ηπιότερο άλγος και τοπικό οίδημα. Εάν οι σύνδεσμοι έχουν υποστεί ρήξη, το άλγος είναι εντονότερο και συνοδεύεται από αιμάτωμα ή εκχύμωση τοπικά και αδυναμία στήριξης.
- Ακινητοποίηση της άρθρωσης με ελαστικό επίδεσμο.
- Ψυχρά επιθέματα εντός 6 - 10 ωρών από τον τραυματισμό, ώστε να περιοριστούν το αιμάτωμα και το οίδημα.
- Εξέταση από ειδικό ιατρό. Οι σοβαρές ρήξεις των συνδέσμων του γόνατος και της ποδοκνημικής απαιτούν χειρουργική αντιμετώπιση.

Κατάγματα

Κάταγμα είναι η λύση της συνέχειας του οστού. Μπορεί να είναι μερική (ατελές κάταγμα) ή ολική (τέλειο κάταγμα). Η κλινική εικόνα περιλαμβάνει άλγος, τοπική διόγκωση (οίδημα, εκχύμωση), παραμόρφωση (γωνίωση, βράχυνση, στροφή), κριγμός, παρά φύση κινητικότητα και λειτουργική ανεπάρκεια. Σε τραυματισμό του νωτιαίου μυελού ή εάν έχει συμβεί τρώση ενός νεύρου εξαιτίας του κατάγματος, παρατηρούνται νευρολογικές εκδηλώσεις. Επίσης, σε σοβαρά κατάγματα της σπονδυλικής στήλης, της πυέλου και του μηρού, εκδηλώνονται σημεία καταπληξίας λόγω της απώλειας αίματος ή του ισχυρού άλγους.
Ο ασθενής πρέπει να ερωτάται σχετικά με τον μηχανισμό της κάκωσης. Κατά την κλινική εξέταση, επιβεβαιώνεται η παρουσία του άλγους με ήπια ψηλάφηση στην εστία της κάκωσης μόνο με τον δείκτη του ιατρού. Αντίθετα, η αναζήτηση κριγμού ή παρά φύση κινητικότητας (με κινήσεις του άκρου) προκαλεί έντονο άλγος στον ασθενή και πρέπει να αποφεύγεται. Η εξέταση ολοκληρώνεται με την αναζήτηση πιθανών βλαβών σε άλλες θέσεις ή οργανικά συστήματα (δέρμα, αγγεία, νεύρα, μύες, σπλάγχνα). Εάν υπάρχει δυνατότητα πραγματοποιείται ακτινολογικός έλεγχος του μέλους.
- Χορήγηση αναλγητικού per os σε κατάγματα μικρών οστών.
- Χορήγηση ισχυρού αναλγητικού παρεντερικά σε κατάγματα μεγάλων οστών.
- Ενυδάτωση του ασθενούς.
- Εάν είναι δυνατό, προσπάθεια για ήπια ανάταξη του κατάγματος. Με την ανάταξη, ο ασθενής ανακουφίζεται από το έντονο άλγος και περιορίζεται η πιθανότητα επιπλοκών.
- Ακινητοποίηση του μέλους με νάρθηκα.
- Περιποίηση τραύματος σε ανοικτά κατάγματα, χορήγηση αντιβιοτικής και αντιτετανικής αγωγής.
- Διακομιδή του ασθενούς και εξέταση από ειδικό ιατρό.

Ειδικά σημεία σε συγκεκριμένους τύπους καταγμάτων

Κάταγμα μετακαρπίων ή φαλάγγων δαχτύλων άνω άκρου
- Προσπάθεια για ευθειασμό του δαχτύλου με ήπια έλξη (εάν είναι παραμορφωμένο).
- Ακινητοποίηση δαχτύλου και χεριού με νάρθηκα και ελαστικό επίδεσμο.
Κάταγμα πηχεοκαρπικής
- Προσπάθεια για ανάταξη: ο ιατρός πιάνει ισχυρά το χέρι και ασκεί έλξη κατά τον άξονα του αντιβραχίου, ενώ ένας βοηθός κρατάει σταθερά τον αγκώνα (αντέκταση). Η ανάταξη επιχειρείται μετά από παρεντερική χορήγηση ισχυρού αναλγητικού ή τοπική χορήγηση 6 - 8 cc ξυλοκαϊνης στην εστία του κατάγματος.
- Ακινητοποίηση του αντιβραχίου και του χεριού με νάρθηκα και ελαστικό επίδεσμο.
Κάταγμα αντιβραχίου
- Προσπάθεια για ανάταξη με ελαφρή πίεση εάν έχει συμβεί κάταγμα δίκην χλωρού ξύλου (γωνίωση) σε παιδιά. Ακολουθεί ακινητοποίηση με νάρθηκα.
- Σε ενήλικες, δεν συνιστάται προσπάθεια για ανάταξη, καθώς συνήθως απαιτείται χειρουργική αντιμετώπιση. Αρκεί η ακινητοποίηση ως αρχική αντιμετώπιση.
Κάταγμα αγκώνα
- Προσεκτική αξιολόγηση των σφύξεων στον καρπό. Υπάρχει κίνδυνος βλάβης της βραχιονίου αρτηρίας με συνέπεια την εμφάνιση ισχαιμίας του άκρου (σε παιδιά και ενήλικες).
- Έλεγχος για βλάβες του μέσου και του ωλενίου νεύρου. Σε τραυματισμό του μέσου νεύρου, η περιοχή υπαισθησίας εντοπίζεται στην παλαμιαία επιφάνεια (3 1/2 εξωτερικά δάχτυλα, αντίστοιχη περιοχή παλάμης) και στη ραχιαία επιφάνεια (άπω μισά δείκτη και μέσου δαχτύλου) της άκρας χειρός. Κινητικά, η βλάβη του μέσου νεύρου συσχετίζεται με κατάργηση της απαγωγής - αντιθέσεως και εν μέρει της κάμψης του αντίχειρα και απώλεια της κάμψης της τελευταίας φάλαγγας του δείκτη. Σε τραυματισμό του ωλενίου νεύρου, η περιοχή υπαισθησίας εντοπίζεται στα 1 1/2 εσωτερικά δάχτυλα και στην αντίστοιχη περιοχή της άκρας χειρός (παλαμιαία και ραχιαία). Κινητικά, η βλάβη του ωλενίου νεύρου συσχετίζεται με κερκιδική απόκλιση της άκρας χειρός κατά την προσπάθεια κάμψης της και αδυναμία κάμψης του 4ου και 5ου δαχτύλου.
- Ακινητοποίηση του μέλους από το άνω μέρος του βραχίονα μέχρι τον καρπό με νάρθηκα και ελαστικό επίδεσμο. Η πρόσθια επιφάνεια του αγκώνα δεν πρέπει να πιέζεται (τοποθέτηση βάμβακος).
Κάταγμα βραχιονίου
- Έλεγχος για βλάβη του κερκιδικού νεύρου. Σε τραυματισμό του κερκιδικού νεύρου, η περιοχή υπαισθησίας εντοπίζεται ραχιαία στα 3 1/2 εξωτερικά δάχτυλα και στην αντίστοιχη περιοχή της άκρας χειρός (εκτός από το άπω μισό του μέσου δαχτύλου). Κινητικά, η βλάβη του κερκιδικού νεύρου συσχετίζεται με αδυναμία ραχιαίας κάμψης των δαχτύλων και του καρπού και αδυναμία απαγωγής του αντίχειρα.
- Ακινητοποίηση με νάρθηκα ή τριγωνικό επίδεσμο.
Κάταγμα ώμου (κάταγμα της κεφαλής ή του αυχένα του βραχιονίου που μπορεί να συνδυάζεται με εξάρθρημα)
Τα κατάγματα του ώμου προκαλούνται από πτώση και πρόσκρουση του ώμου ή στήριξη στο άνω άκρο. Ο ασθενής υποβαστάζει το άκρο με το άλλο χέρι. Το προκαλούμενο άλγος είναι έντονο και υπάρχει αδυναμία κινήσεων. Εντός ολίγων ημερών εμφανίζονται εκχυμώσεις στο θωρακικό τοίχωμα και στην έσω - πρόσθια επιφάνεια του άνω άκρου.
- Έλεγχος σφύξεων κερκιδικής αρτηρίας.
- Έλεγχος ακεραιότητας κερκιδικού νεύρου (ραχιαία κάμψη δαχτύλων και καρπού).
- Ακινητοποίηση με τριγωνικό ή ελαστικό επίδεσμο (το αντιβράχιο τοποθετείται σταυρωτά στο στήθος).
Κάταγμα ωμοπλάτης
- Απλή ακινητοποίηση με τριγωνικό επίδεσμο.
Κάταγμα κλείδας
Τα κατάγματα της κλείδας προκαλούνται από πτώση και πρόσκρουση του ώμου ή στήριξη στο χέρι. Στην εστία του κατάγματος εμφανίζεται άλγος και παραμόρφωση. Το κεντρικό τμήμα της κλείδας παρεκτοπίζεται προς τα άνω (έλξη από τον στερνοκλειδομαστοειδή και το μυώδες πλάτυσμα). Το περιφερικό τμήμα της κλείδας παρεκτοπίζεται προς τα κάτω (επίδραση του βάρους του άνω άκρου). Ο ασθενής υποβαστάζει το πάσχον άκρο με το άλλο χέρι.
- Έλεγχος σφύξεων κερκιδικής αρτηρίας.
- Έλεγχος ακεραιότητας των νεύρων του βραχιονίου πλέγματος (κινητικότητα άνω άκρου).
- Ανάρτηση του πάσχοντος άκρου με τριγωνικό επίδεσμο.
Κάταγμα ταρσού, μεταταρσίων ή δαχτύλων κάτω άκρου
Τα κατάγματα αυτά προκαλούνται από πτώση, πρόσκρουση ή σύνθλιψη από βαρύ αντικείμενο. Εμφανίζονται άλγος και δυσχέρεια βάδισης.
- Απλή προστατευτική περίδεση.
Κάταγμα ποδοκνημικής
Τα κατάγματα της ποδοκνημικής προκαλούνται συνήθως από βίαιη απαγωγή ή προσαγωγή και στροφή του ποδός. Μπορεί να εμφανίζουν παρεκτόπιση ή όχι. Το άλγος είναι έντονο και υπάρχει παραμόρφωση (σε παρεκτόπιση).
- Έλεγχος των σφύξεων της ραχιαίας του ποδός αρτηρίας και της οπίσθιας κνημιαίας αρτηρίας.
- Ανάταξη με έλξη του ποδός και πλάγια πίεση αντίθετα προς την παραμόρφωση (εφόσον υπάρχει παρεκτόπιση).
- Ακινητοποίηση με νάρθηκα από το άνω μέρος της κνήμης έως τα δάχτυλα.
Κάταγμα κνήμης
Τα κατάγματα της κνήμης προκαλούνται από πτώση, σύνθλιψη ή τροχαία ατυχήματα. Συνοδεύονται από έντονο άλγος, διόγκωση, βράχυνση του μέλους και λειτουργική ανεπάρκεια (αδυναμία στήριξης και μετακίνησης του μέλους).
- Έλεγχος της γενικής κατάστασης του πάσχοντα.
- Προσπάθεια για ανάταξη: ισχυρή - βαθμιαία έλξη του μέλους από το πόδι, ενώ ένας βοηθός κρατάει σταθερά τον μηρό.
- Ακινητοποίηση από τη μεσότητα του μηρού έως τα δάχτυλα.
Κάταγμα περόνης
- Έλεγχος για βλάβη του περονιαίου νεύρου. Ο τραυματισμός του περονιαίου νεύρου συσχετίζεται με υπαισθησία στην περιοχή που νευρώνει, επικράτηση του τόνου των καμπτήρων μυών στην περιοχή και πτώση του άκρου ποδός.
Κάταγμα γόνατος
Τα κατάγματα του γόνατος συνοδεύονται από έντονο άλγος, αίμαρθρο και λειτουργική ανικανότητα (αδυναμία στήριξης και κινήσεων στην άρθρωση).
- Έλεγχος σφύξεων ραχιαίας του ποδός αρτηρίας και οπίσθιας κνημιαίας αρτηρίας.
- Ακινητοποίηση με νάρθηκα από τη μεσότητα του μηρού έως τα δάχτυλα.
Υπερκονδύλιο κάταγμα μηριαίου
Τα υπερκονδύλια κατάγματα του μηριαίου οστού προκαλούνται από πτώση, σύνθλιψη, αθλητικά και αυτοκινητιστικά ατυχήματα.
- Έλεγχος σφύξεων ραχιαίας του ποδός αρτηρίας και οπίσθιας κνημιαίας αρτηρίας.
- Ακινητοποίηση με νάρθηκα από τη μεσότητα του μηρού έως τα δάχτυλα.
Κάταγμα διάφυσης μηριαίου
Τα κατάγματα της διάφυσης του μηριαίου οστού προκαλούνται από πτώση, σύνθλιψη και αυτοκινητιστικά ατυχήματα. Έχουν μεγάλη κλινική βαρύτητα. Επειδή η απώλεια αίματος μπορεί να είναι σημαντική, υπάρχει κίνδυνος καταπληξίας. Συνιστάται προσεκτικός έλεγχος της γενικής κατάστασης του ασθενούς.
- Έλεγχος σφύξεων περιφερικών αρτηριών.
- Έλεγχος ακεραιότητας νεύρων.
- Ακινητοποίηση με νάρθηκα από την πύελο έως τα δάχτυλα (προτιμάται ο νάρθηκας Thomas).
Κάταγμα άνω άκρου μηριαίου
Τα κατάγματα του άνω άκρου του μηριαίου οστού προκαλούνται από πτώση, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένα άτομα. Συνοδεύονται από άλγος και αδυναμία στήριξης ή μετακίνησης του μέλους (ανύψωση, προσαγωγή, απαγωγή). Επίσης, παρατηρείται βράχυνση του μέλους και - πιθανώς - έξω στροφή του ποδιού. Η γενική κατάσταση του ασθενούς είναι δυνατό να επηρεαστεί ανάλογα με την ηλικία (συνιστάται έλεγχος).
Κάταγμα πυέλου
Τα κατάγματα της πυέλου προκαλούνται από πτώση και αυτοκινητιστικά ατυχήματα. Επειδή η απώλεια αίματος στην πυελική κοιλότητα μπορεί να είναι σημαντική, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος εμφάνισης καταπληξίας. Επιβάλλεται ο προσεκτικός έλεγχος της γενικής κατάστασης του ασθενούς. Επίσης, είναι δυνατό να έχει προκληθεί τρώση της ουρήθρας ή της ουροδόχου κύστης. Συνεπώς, τα ούρα του ασθενούς πρέπει να ελέγχονται για ενδεχόμενη μικροσκοπική ή μακροσκοπική αιματουρία.

Εξαρθρήματα

Εξάρθρημα είναι η παρεκτόπιση της μίας εκ των αρθρικών επιφανειών σε σχέση με την άλλη σε μία άρθρωση. Διακρίνεται σε ατελής (υπεξάρθρημα) και τέλεια (εξάρθρημα). Τα εξαρθρήματα μπορεί να είναι κλειστά ή ανοικτά. Προκαλούνται από την άσκηση άμεσης ή έμμεσης βίας στην άρθρωση.
Εξάρθρημα πηχεοκαρπικής
- Αντιμετώπιση όπως και στο κάταγμα της πηχεοκαρπικής.
Εξάρθρημα αγκώνα
- Έλεγχος όπως και στο κάταγμα του αγκώνα.
- Ανάταξη με έλξη του αντιβραχίου και πίεση στο ωλέκρανο.
- Ακινητοποίηση με νάρθηκα.
Εξάρθρημα ώμου
Τα εξαρθρήματα του ώμου αποτελούν μία συνήθη βλάβη μετά από πτώση. Στο πρόσθιο εξάρθρημα, ο ώμος χάνει τη χαρακτηριστική στρογγυλότητά του και η μασχαλιαία πτυχή λαμβάνει χαμηλότερη θέση. Ο ασθενής υποβαστάζει το άκρο με το άλλο χέρι. Κατά τη ψηλάφηση, ανευρίσκεται εύκολα το ακρώμιο. Επίσης, ψηλαφάται η κεφαλή του βραχιονίου στο έξω χείλος του μείζονος θωρακικού μυός, όπου βρίσκεται παρεκτοπισμένη.
- Ανάταξη επιχειρείται μετά από παρεντερική χορήγηση αναλγητικού και εφόσον ο ακτινολογικός έλεγχος έχει αποκλείσει την πιθανότητα κατάγματος:
1. Μέθοδος Ιπποκράτη. Ο ιατρός τοποθετεί το γυμνό του πέλμα στη μασχάλη του ασθενούς και ασκεί ισχυρή και σταθερή έλξη του άκρου προς το μέρος του. Η ανάταξη υποδηλώνεται με το άκουσμα χαρακτηριστικού ήχου.
2. Μέθοδος Kocher. περιλαμβάνει τα εξής βήματα: α) ο ιατρός κρατά το άκρο από τον αγκώνα, ο οποίος βρίσκεται σε κάμψη β) απαγωγή γ) εξωτερική στροφή δ) προσαγωγή του άκρου πάνω στο στήθος και ε) εσωτερική στροφή.
Εξάρθρημα ακρωμιοκλειδικής
Το εξάρθρημα της ακρωμιοκλειδικής προκαλείται από πτώση.
- Ακινητοποίηση με τριγωνικό επίδεσμο.
Εξάρθρημα στερνοκλειδικής
- Παραπομπή στον ειδικό ιατρό.
Εξάρθρημα δαχτύλων κάτω άκρου ή μεταταρσιοφαλαγγικών αρθρώσεων
- Αντιμετώπιση όπως και στα κατάγματα της περιοχής.
Εξάρθρημα αστραγάλου
- Ακινητοποίηση με νάρθηκα.
Εξάρθρημα ποδοκνημικής
Συνήθως, το εξάρθρημα της ποδοκνημικής συνυπάρχει με κάταγμα σφυρών.
- Αντιμετώπιση όπως και στα κατάγματα της περιοχής.
Εξάρθρημα γόνατος
- Αντιμετώπιση όπως και στα κατάγματα της περιοχής.
Εξάρθρημα ισχίου
Το εξάρθρημα ισχίου προκαλείται κυρίως από αυτοκινητιστικά ατυχήματα.
- Έλεγχος για βλάβη του ισχιακού νεύρου.
- Χορήγηση αναλγητικών φαρμάκων.

Ανοικτά κατάγματα και εξαρθρήματα

Ένα κάταγμα ή ένα εξάρθρημα χαρακτηρίζεται ως ανοικτό όταν η εστία του κατάγματος ή η εξαρθρωμένη άρθρωση επικοινωνεί με την εξωτερική επιφάνεια του δέρματος λόγω ανοικτού τραύματος μαλακών μορίων. Οι κακώσεις αυτές θεωρούνται μολυσμένες ή βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο μόλυνσης από την επιφάνεια του δέρματος. Είναι πιθανό να συνοδεύονται από πολλαπλές βλάβες μυών, αγγείων και νεύρων. Επίσης, ο ασθενής μπορεί να εμφανίζει σημεία καταπληξίας. Ορισμένες φορές, αν και η εστία του κατάγματος δεν επικοινωνεί με ένα εκτεταμένο τραύμα των μαλακών μορίων, το κάταγμα είναι σκόπιμο να αντιμετωπίζεται ως ανοικτό.
- Έλεγχος για βλάβη των αγγείων (περιφερικές σφύξεις).
- Έλεγχος για βλάβη των νεύρων (εκκούσια κινητικότητα).
- Εισαγωγή φλεβοκαθετήρα.
- Χορήγηση υγρών, αντιβιοτικών και αναλγητικών.
- Εκτίμηση της έκτασης και της βαρύτητας του τραύματος.
- Καθαρισμός του τραύματος.
- Κάλυψη τραύματος με αποστειρωμένες γάζες και περίδεση με ελαστικό επίδεσμο.
- Άσκηση πίεσης σε αρτηριακό αγγείο που αιμορραγεί και χρήση αιμοστατικής λαβίδας για τον έλεγχο της αιμορραγίας (ο ασθενής διακομίζεται με τη λαβίδα στη θέση αυτή).
- Ακινητοποίηση μέλους με νάρθηκα.
- Αντιτετανική αγωγή.

Τραύματα μαλακών μορίων

Τα τραύματα των μαλακών μορίων προκαλούνται από μαχαίρια, γυαλί, ξύλα, όπλα κα.
- Εκτίμηση της έκτασης, της βαρύτητας και της ρυπαρότητας του τραύματος.
- Αντιμετώπιση όπως και στα τραύματα των ανοικτών καταγμάτων.
- Ακινητοποίηση μέλους με νάρθηκα εάν το τραύμα είναι μεγάλο.
- Αντιτετανική αγωγή.

Τραύματα τενόντων

Τα τραύματα των τενόντων αφορούν συνήθως το χέρι και τον καρπό, παρά το πόδι. Συνηθέστερες αιτίες αποτελούν τέμνοντα όργανα.
- Έλεγχος κινητικότητας δαχτύλων.
- Αντιμετώπιση όπως και στα τραύματα των μαλακών μορίων.
- Περίδεση με ελαστικό επίδεσμο.

(*) Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις περιγράφεται η αρχική αντιμετώπιση. Αυτή θα πρέπει να ακολουθείται από διακομιδή ή προσέλευση του ασθενούς στο νοσοκομείο, ώστε να εξετάζεται από τον ειδικό ιατρό που θα συστήσει την οριστική θεραπεία.

No comments:

FEATURED ARTICLE

Impact of ACE and ApoE polymorphisms on myocardial perfusion: correlation with myocardial single photon emission computed tomographic imaging

J Hum Genet. 2009;54(10):595-602 Impact of ACE and ApoE polymorphisms on myocardial perfusion: correlation with myocardial single photon em...

HEALTH GATE: MOST READ